Σε αντίθεση με εσάς, που όταν βρισκόσασταν στην Αντιπολίτευση δεν στηρίξατε ούτε ένα νομοσχέδιο, εμείς δεν καταδικάζουμε εκ των προτέρων κάθε νομοθετική προσπάθεια, ασχέτως αν είναι σωστή ή λάθος. Έχουμε αποδείξει στην πράξη, ότι όταν εισηγείστε σωστές πολιτικές – αναφέρω το πρόσφατο παράδειγμα στην παιδεία και την σημερινή νομοθετική πρωτοβουλία για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος – εμείς ασκούμε κριτική σε ζητήματα που επιδέχονται βελτιώσεις, αλλά δεν απορρίπτουμε ολόκληρο το νομοσχέδιο ακλουθώντας την τακτική ΠΑΣΟΚ της στείρας αντιπολίτευσης.
Θέλω να σας θυμίσω, την συζήτηση για το άρθρο 24 πού έγινε σε αυτήν εδώ την αίθουσα όταν η Νέα Δημοκρατία ήταν Κυβέρνηση και εσείς στην Αντιπολίτευση. Αφορούσε ένα μείζονος σημασίας ζήτημα και εσείς το καταδικάσατε. Μάλιστα, όπως σε εκείνο το ζήτημα, έτσι και στο σύνολο των νομοθετικών μας πρωτοβουλιών εκείνη την περίοδο, η στάση σας ήταν πάντοτε η ίδια. Όχι σε όλα. Θυμόσαστε μήπως εσείς να είχατε δώσει έστω και μία φορά θετική ψήφο; Διότι εγώ δεν το θυμάμαι.
Και το δυσάρεστο ξέρετε είναι, ότι η διαχρονικά αρνητική στάση του ΠΑΣΟΚ είχε και έχει τεράστιο εθνικό κόστος, αφού πάντα λίγα χρόνια μετά καλείται η Ολομέλεια της Βουλής να συζητήσει εκ νέου τα ίδια θέματα, που νωρίτερα απορρίφθηκαν λόγω αυτής της στείρας αντιπολιτευτικής σας αντίληψης. Σήμερα μάλιστα, ως Κυβέρνηση εισηγείστε αρκετές νομοθετικές ρυθμίσεις, που λίγα χρόνια νωρίτερα καταδικάζατε με ακραίο τρόπο. Ακολουθείτε την τακτική του χαμαιλέοντα, περνώντας τα νομοσχέδιο με εξαιρετικά σύντομες διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης και κοινοβουλευτικής επεξεργασίας. Κάνετε μάλιστα πολλές φορές πίσω σε βασικά ζητήματα, σε μία ανέλπιδη προσπάθεια να μην χάσετε εντελώς το σοσιαλιστικό σας ακροατήριο και τον σκληρό πυρήνα του κόμματος σας. Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής τα βλέπουμε βέβαια όλοι και δυστυχώς μεγάλο θύμα της υπόθεσης αυτής δεν είναι μόνο ο λαός αλλά και ολόκληρη η χώρα.
Έρχομαι κυρίες και κύριοι στο σχέδιο νόμου, το οποίο όπως τόνισε και ο εισηγητής μας, χωρίζεται σε δύο βασικά μέρη: τα κεφάλαια 1 έως 22, που αφορούν στο θέμα της περιβαλλοντικής αδειοδότησης των επιχειρήσεων, ενώ τα τελευταία 7 κεφάλαια αφορούν στο ζήτημα της τακτοποίησης της αυθαίρετης δόμησης στη χώρα μας.
Αυτό που μονοπωλεί το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης είναι βεβαίως το δεύτερο μέρος, καθώς το πρώτο, που αφορά την περιβαλλοντική αδειοδότηση, βρίσκεται σε σωστό δρόμο. Ανταποκρίνεται στα νέα δεδομένα περιορίζοντας τον αριθμό των δραστηριοτήτων που χρήζουν αδειοδότησης. Εξασφαλίζεται με αυτόν τον τρόπο η αποτελεσματικότερη προστασία του περιβάλλοντος, ενώ παράλληλα δίνει λύσεις στα υφιστάμενα προβλήματα της περίπλοκης διαδικασίας αδειοδότησης που έχουμε στην Ελλάδα. Δεν θα επεκταθώ περισσότερο στο πρώτο μέρος λοιπόν. Θα εστιάσω στο δεύτερο μέρος, που έχει να κάνει με το ζήτημα της διευθέτησης των αυθαιρέτων.
Εδώ υπάρχουν κάποιες επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί τόσο στην αρμόδια επιτροπή όσο και εδώ στην ολομέλεια εκ μέρους μας. Αυτές οι επιφυλάξεις αφορούν κυρίως την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων που εισηγείστε. Όπως αντιλαμβανόμαστε όλοι, η πληγή της αυθαίρετης δόμησης που πλέον έχει πάρει γιγαντιαίες διαστάσεις, οφείλεται κυρίως στην αποτυχία του κράτους τις τελευταίες 4 δεκαετίες να ακολουθήσει μία συγκροτημένη και ολοκληρωμένη πολιτική για τις χρήσεις γης. Οφείλουμε να ομολογήσουμε, ότι ενώ έγιναν κάποιες νομοθετικές προσπάθειες στο παρελθόν, το πρόβλημα δεν λύθηκε ποτέ και σήμερα πια καλούμαστε να το ρυθμίσουμε τραβώντας μία κόκκινη γραμμή.
Όμως κυρίες και κύριοι Συνάδελφοι,
Ενώ συμφωνούμε σαν Νέα Δημοκρατία ότι πρέπει να δοθεί λύση σε αυτό το μείζον κοινωνικό ζήτημα, και για τον λόγο αυτό υπερψηφίζουμε επί της αρχής το νομοσχέδιο, υπάρχουν ζητήματα που θεωρούμε ότι μένουν άλυτα. Ένα βασικό ερώτημα που ήδη ακούστηκε στην αίθουσα, αφορά στη συμβατότητα του νομοσχεδίου με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το ΣτΕ ομόφωνα έχει αποφανθεί, ότι σημείο κατάληξης οποιασδήποτε μαζικής ρύθμισης του θέματος των αυθαιρέτων, αποτελεί ο νόμος Τρίτση του 1983. Κανείς μας λοιπόν δεν θα ήθελε να αντιμετωπίσει μια δυσάρεστη εξέλιξη, όπου θα έχουν σπεύσει εκατομμύρια άνθρωποι να πληρώσουν παράβολα και πρόστιμα και ξαφνικά να βρεθούμε αντιμέτωποι με μία απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία θα ανατρέπει τις ρυθμίσεις του εν λόγω νομοσχεδίου.
Επίσης, παραμένουν διάφορα ερωτηματικά που χρήζουν αποσαφήνισης στις επιμέρους διατάξεις. Χαρακτηρίστηκες ερωτήσεις είναι σαν παράδειγμα είναι: Τι θα γίνει τον 41ο χρόνο μετά την ρύθμιση; Τα κτίσματα θα θεωρούνται κατεδαφιστέα; Ένα ακόμη ανοικτό θέμα αφορά στα τετραγωνικά που θα δηλώνονται προς ρύθμιση, χωρίς να προϋπάρχει ουσιαστικός έλεγχος αν αυτά τα τετραγωνικά όντως υφίστανται σήμερα. Τι θα γίνει αν κάποιος με 70 τετραγωνικά δηλώσει 150, ώστε να φτιάξει τα υπόλοιπα μεταγενέστερα; Ως προς τις κατεδαφίσεις, συμφωνούμε ότι πρέπει να κατεδαφίσουμε τα αυθαίρετα. Όμως γνωρίζοντας πόσα πρωτόκολλα κατεδάφισης εκκρεμούν σήμερα, μπορείτε να διασφαλίσετε ότι δεν θα βρεθούμε πάλι μπροστά σε αδυναμίες;
Κάποια τελικά ερωτηματικά αφορούν στην εκλογική μου περιφέρεια, το Υπόλοιπο Αττικής. Γνωρίζετε κύριε Υπουργέ, ότι τις περασμένες δεκαετίες υπήρξε ραγδαία αύξηση του πληθυσμού της περιφέρειας Αττικής, που επί των πλείστων είναι πολίτες χαμηλών εισοδημάτων. Αυτοί οι άνθρωποι εγκαταστάθηκαν σε περιοχές όπως την Κερατέα, το Κορωπί, το Λαύριο στην Ανατολική Αττική, την Μάνδρα και τα Βίλια στη Δυτική Αττική. Έφτιαξαν εκεί ένα σπίτι, δόθηκε ρεύμα από την πολιτεία, αλλά δυστυχώς το κράτος ποτέ δεν ξεκαθάρισε τι ισχύει και τι δεν ισχύει στην κάθε περιοχή, αφού τα σχέδια πόλεως έμειναν καθηλωμένα από τις δεκαετίες του '60 και του '70.
Πολύ σωστά βεβαίως ρυθμίζεται με γενικούς όρους η εξαίρεση τακτοποίησης κτισμάτων σε περιοχές δασικές ή όταν είναι κτισμένα πάνω στον αιγιαλό και όπου υπάρχουν ρέματα. Μόνο που το ερωτηματικό μένει κυρίες και κύριοι Συνάδελφοι. Στην Ελλάδα, που τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι οριοθετημένα, ποιος θα αποφασίσει πού είναι ο αιγιαλός, που είναι το ρέμα και που είναι το δάσος; Στην Αττική εν προκειμένου, αν χρησιμοποιήσετε τους προπολεμικούς δασικούς χάρτες θα πρέπει να κατεδαφίσετε την μισή Αθήνα. Τι θα γίνει στις περιπτώσεις όπου δεν έχουν κυρωθεί οι δασικοί χάρτες, όπως ισχύει για τις περισσότερες περιοχές της Αττικής; Επίσης, τι προβλέπεται όταν οι ιδιοκτήτες έχουν δικαστικές διαμάχες και δεν έχει εκδοθεί ακόμη οριστική απόφαση; Θα πρέπει να υποβάλουν αίτηση για τη ρύθμιση του αυθαιρέτου; Ξέρετε, δεν είναι μία και δύο αυτές οι περιπτώσεις. Είναι εκατοντάδες – για να μην πω χιλιάδες.
Υπάρχουν μάλιστα ολόκληρες περιοχές – οικισμοί - που εξαιρούνται από την τακτοποίηση που προβλέπει ο νόμος. Αυτό όμως δεν δίνει λύση στο πρόβλημα. Ένα παράδειγμα είναι το Χέρωμα στη Βάρη, που τελεσίδικα έχει χαρακτηριστεί ως μη δασική περιοχή και δεν είναι αρχαιολογικός χώρος. Αντίστοιχη περίπτωση είναι το Προσήλιο στην Κερατέα. Αυτούς τους οικισμούς, όπου λειτουργούν σχολεία, όπου υπάρχουν εκκλησίες, τι θα τους κάνετε; Σκοπεύετε να τους κατεδαφίσετε; Αν δεν ρυθμίσουμε τώρα το ζήτημα, βλέποντας κατάματα την πραγματικότητα, τότε δυστυχώς σε λίγα χρόνια θα βρεθούμε πάλι μπροστά σε νέα περιστατικά αυθαιρεσιών. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο.
Κλείνοντας, θέλω να παρακαλέσω τον κύριο Υπουργό να επανεξετάσει τα κοινωνικά, εισοδηματικά και οικογενειακά κριτήρια στην επιβολή των προστίμων. Τώρα ο υπολογισμός γίνεται με βάση τους τεχνικούς συντελεστές. Αυτό όμως είναι κοινωνικά άδικο. Προτείνω λοιπόν στον κύριο Υπουργό να προβεί σε μία γενναία μείωση των προστίμων σε ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες όπως πχ τις πολύτεκνες οικογένειες και τους σεισμοπαθείς. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν μεγάλες ανάγκες και το κράτους τους χρωστάει έτσι και αλλιώς πολλά.
Σας ευχαριστώ
